Publicité ▲
|
Résumé des résultats
définitions
synonymes
locutions
réseau sémantique
exemple
Ebay
catalogue
traductions
|
1.το κέρδος που αποδίδει κάτι
2.το να δίνεται σε κάποιον κάτι ως ανταμοιβή, ανταπόδοση από οικονομική υποχρέωση.
3.δείκτης ή λόγος αποδοτικότητας
4.η απόκτηση πράγματος που κάποτε το κατείχε κάποιος και κάποια στιγμή του είχε αφαιρεθεί
5.η ερμηνεία μουσικής σύνθεσης σκηνής ή ρόλου
6.το να αποδίδεις κάτι σε μία συγκεκριμένη αιτία ή πηγή
7.η μεταφορά του περιεχομένου ή της εικόνας από κάτι, ώστε να το αντιληφθούν και οι άλλοι
8.γραπτή μεταφορά σε άλλη γλώσσα ή γλωσσική μορφή, έχοντας το ίδιο νόημα με αυτό της αρχικής γλώσσας.
9.ο βαθμός παραγωγής (στην εργασία)
10.επιτυχής εκτέλεση πράξης
11.ποσότητα από ένα αγαθό
έσοδα, ανάκτηση, ανταπόδοση, αποκατάσταση, επίδοση, επιστροφή, ερμηνεία, κέρδη, καρπός, παραγωγή, παραγωγικότητα, πράξη, προσδιορισμός
ressource d'une entreprise (fr)[ClasseParExt.]
propriété quantitative (fr)[Classe...]
se procurer qqch moyennant argent à l'att. de qqn (fr)[Classe]
chiffre d'affaires (fr)[Thème]
acquérir le droit à un service régulier (fr)[Thème]
habituel (fr)[Caract.]
racine ILC (fr)[Domaine]
racine SUMO (fr)[Domaine]
money (en)[Domaine]
income (en)[Domaine]
factotum (en)[Domaine]
result (en)[Domaine]
commerce (en)[Domaine]
FinancialTransaction (en)[Domaine]
κέρδος - ανεβάζω έργο, δημιουργώ, διευθύνω την παραγωγή, κατασκευάζω, παράγω, παρουσιάζω, φτιάχνω - αγοράζω[Hyper.]
απόδοση, παραγωγή - generation (en) - απόδοση, καρπός, παραγωγή - έσοδα, απόδοση, κέρδη - production (fr) - abonné, lecteur (fr)[Dérivé]
apporter, donner (fr) - donner, établir (fr)[Domaine]
έξοδο, δαπάνη[Ant.]
chiffre d'affaires (fr)[Classe]
P_chose reçue (fr)[ClasseParExt.]
money (en)[Domaine]
CurrencyMeasure (en)[Domaine]
έσοδα, εισόδημα[Hyper.]
αποδίδω, αποφέρω, δίνω, κάνω, παράγω, παρέχω, υποβάλλω - γίνομαι μέλος, γίνομαι συνδρομητής, γράφομαι συνδρομητής, είμαι[Dérivé]
απόδοση (n.)
economy (en)[Domaine]
Payment (en)[Domaine]
factotum (en)[Domaine]
Giving (en)[Domaine]
εμπορευματοποίηση, εμπόριο - εκφράζω, επικοινωνώ[Hyper.]
εξοφλώ, καταβάλλω, ξεπληρώνω, πληρώνω - αποπληρώνω, εξοφλώ - εξοφλώ, πληρώνω - δίνω, καλύπτω - ανταπόδοση, απόδοση[Dérivé]
εκχωρώ, παραχωρώ[Domaine]
αποφυγή[Ant.]
αμοιβή, καταβολή, πληρωμή[Hyper.]
αποδίδω[Dérivé]
απόδοση (n.)
taux financier (fr)[Classe]
indicateur comptable (fr)[Classe]
partie (fr)[Classe...]
racine ILC (fr)[Domaine]
racine SUMO (fr)[Domaine]
metrology (en)[Domaine]
RationalNumber (en)[Domaine]
factotum (en)[Domaine]
ConstantQuantity (en)[Domaine]
ποσoτική σχέση - propriété (fr)[Hyper.]
υψηλός - χαμηλός - ήπιος, ε λαφρός, επιεικής - έντονος, δριμύς, σφοδρός[Dérivé]
computer_science (en)[Domaine]
DivisionFn (en)[Domaine]
απόδοση (n.)
fait de.. (fr)[Classe...]
αγορά[Classe]
απόκτημα; απόκτηση[ClasseHyper.]
rendre (redonner) (fr)[Thème]
racine ILC (fr)[Domaine]
racine SUMO (fr)[Domaine]
factotum (en)[Domaine]
Getting (en)[Domaine]
GivingBack (en)[Domaine]
απόκτηση - δράση, πράξη - παραδίδω - επιστρέφω κτ., επιστρέφω χρήματα, ξεπληρώνω[Hyper.]
acquérir, faire l'acquisition, rendre acquéreur (fr)[Nominalisation]
αποκτώ, καταφέρνω, λαμβάνω - βγάζω, εμφανίζω - parvenir, procurer (fr) - ανάκτηση, επανεύρεση - ανάκτηση, αποκατάσταση, απόδοση, επιστροφή - sauveteur (fr)[Dérivé]
απόκτημα, απόκτηση - acquiring, getting (en)[Hyper.]
ανακαταλαμβάνω, επανακτώ, ξαναβρίσκω - γυρίζω, επιστρέφω - αποδίδω, αποκαθιστώ[Dérivé]
απόδοση (n.)
racine ILC (fr)[Domaine]
racine SUMO (fr)[Domaine]
philosophy (en)[Domaine]
Interpreting (en)[Domaine]
art (en)[Domaine]
ContentDevelopment (en)[Domaine]
επίδειξη, παρουσίαση - έκθεση, διάταξη, επίδειξη, θέαμα, παράσταση, ψυχαγωγικό πρόγραμμα - εξηγώ - ξαναδημιουργώ - διεκπεραιώνω, εκπληρώνω, εκτελώ, πραγματοποιώ[Hyper.]
απόδοση, ερμηνεία - απόδοση - εκδοχή, ερμηνεία - explication, interprétation (fr) - interprétatif (fr) - έκφραση, αναπαράσταση, απεικόνιση - interpreter (en) - interprétation (fr)[Dérivé]
δεξιοτεχνία, δημιούργημα, επιτηδειότητα, τέχνη - arts du spectacle (fr)[Domaine]
art (en)[Domaine]
PsychologicalProcess (en)[Domaine]
παράσταση[Hyper.]
ερμηνεύω - αναπαριστώ, απεικονίζω - αποδίδω[Dérivé]
απόδοση (n.)
qui peut (ou doit) être (fr)[Classe...]
factotum (en)[Domaine]
Classifying (en)[Domaine]
believes (en)[Domaine]
βασική νοητική διαδικασία - αποτιμώ, εκτιμώ, κρίνω, σχηματίζω γνώμη, υπολογίζω[Hyper.]
εντάσσω, κατατάσσω, ξεδιαλέγω, ξεχωρίζω, τακτοποιώ, ταξινομώ, υπάγω - ταξινομώ - υποβιβάζω - απόδοση, προσδιορισμός - imputation (en) - αποδοτέοσ - ascribable, due, imputable, referable (en) - αιτιολογώ, αποδίδω, απονέμω[Dérivé]
attribuer (fr)[QuiPeutEtre]
καταλογίζω[Domaine]
κατηγοριοποίηση[Hyper.]
αιτιολογώ, αποδίδω, απονέμω - αποδοτέοσ - unascribable, unattributable (en)[Dérivé]
απόδοση (n.)
racine ILC (fr)[Domaine]
racine SUMO (fr)[Domaine]
factotum (en)[Domaine]
Explanation (en)[Domaine]
psychology (en)[Domaine]
Interpreting (en)[Domaine]
philosophy (en)[Domaine]
έντονη σκέψη - αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω , κατανοώ - εξηγώ - διεκπεραιώνω, εκπληρώνω, εκτελώ, πραγματοποιώ[Hyper.]
απόδοση - εκδοχή, ερμηνεία - construal (en) - explication, interprétation (fr) - απόδοση, ερμηνεία - interprétatif (fr) - interprétation (fr) - interpreter (en)[Dérivé]
αναλογίζομαι, βλέπω, θαρρώ, θεωρώ, θεωρώ κπ. ως, κρίνω, φρονώ - arts du spectacle (fr)[Domaine]
factotum (en)[Domaine]
represents (en)[Domaine]
απόδοση (n.)
action de (ou fait d'être) (fr)[Classe...]
devoir ou exercice scolaire (fr)[Classe]
texte écrit (fr)[Classe]
traduire une langue (fr)[Thème]
racine ILC (fr)[Domaine]
racine SUMO (fr)[Domaine]
factotum (en)[Domaine]
Text (en)[Domaine]
linguistics (en)[Domaine]
Translating (en)[Domaine]
αρχείο - γράψιμο - επαναλαμβάνω, επαναλαμβάνω για εξάσκηση - be (en)[Hyper.]
document (en) - γραπτός, που βρίσκεται σε έγγραφα - απόδοση - interpréteur (fr) - διερμηνέας, μεταφραστής - transcriber, translator (en)[Dérivé]
αποδίδομαι, μεταφράζομαι - αποδίδω, μεταφράζω[Domaine]
traduction d'une langue (fr)[Classe]
devoir ou exercice scolaire écrit (fr)[Classe]
factotum (en)[Domaine]
Text (en)[Domaine]
έγγραφη αναφορά - έγγραφο[Hyper.]
αποδίδω, μεταφράζω - αποδίδομαι, μεταφράζομαι[Dérivé]
απόδοση (n.)
racine ILC (fr)[Domaine]
racine SUMO (fr)[Domaine]
enterprise (en)[Domaine]
Manufacture (en)[Domaine]
factotum (en)[Domaine]
result (en)[Domaine]
economy (en)[Domaine]
FinancialTransaction (en)[Domaine]
βιομηχανία - δράση, πράξη - ανεβάζω έργο, δημιουργώ, διευθύνω την παραγωγή, κατασκευάζω, παράγω, παρουσιάζω, φτιάχνω - αποκομίζω, βγάζω, κερδίζω, κερδίζω από πώληση[Hyper.]
απόδοση, παραγωγή - προϊόν παραγωγής - παραγωγή - generation (en) - απόδοση, καρπός, παραγωγή - έσοδα, απόδοση, κέρδη - production (fr) - αμοιβή, αποδοχές, απολαβές, κέρδη[Dérivé]
οικονομία, οικονομική επιστήμη - apporter, donner (fr) - donner, établir (fr) - επένδυση[Domaine]
enterprise (en)[Domaine]
result (en)[Domaine]
παραγωγή[Hyper.]
débiter, produire, sortir, sortir des données (fr) - αποδίδω, αποφέρω, δίνω, κάνω, παράγω, παρέχω, υποβάλλω - κατευθύνομαι, στρίβω[Dérivé]
απόδοση (n.)
racine ILC (fr)[Domaine]
racine SUMO (fr)[Domaine]
factotum (en)[Domaine]
IntentionalProcess (en)[Domaine]
agent (en)[Domaine]
δράση, πράξη - ξαναδημιουργώ[Hyper.]
ενεργώ - απόδοση, επίδοση, πράξη - αυτός που κάνει κτ. - exécutant (fr)[Dérivé]
factotum (en)[Domaine]
IntentionalProcess (en)[Domaine]
απόδοση (n.)
racine ILC (fr)[Domaine]
racine SUMO (fr)[Domaine]
factotum (en)[Domaine]
Product (en)[Domaine]
result (en)[Domaine]
economy (en)[Domaine]
FinancialTransaction (en)[Domaine]
δημιουργία, δημιούργημα - δημιουργία - αποκομίζω, βγάζω, κερδίζω, κερδίζω από πώληση[Hyper.]
ανεβάζω έργο, δημιουργώ, διευθύνω την παραγωγή, κατασκευάζω, παράγω, παρουσιάζω, φτιάχνω - απόδοση, παραγωγή - generation (en) - απόδοση, καρπός, παραγωγή - έσοδα, απόδοση, κέρδη - production (fr) - αμοιβή, αποδοχές, απολαβές, κέρδη[Dérivé]
apporter, donner (fr) - donner, établir (fr) - επένδυση[Domaine]
metrology (en)[Domaine]
ConstantQuantity (en)[Domaine]
γινόμενο, προϊόν[Hyper.]
αποδίδω, αποφέρω, δίνω, κάνω, παράγω, παρέχω, υποβάλλω - κατευθύνομαι, στρίβω[Dérivé]
απόδοση (n.)