Publicité ▼

Dernières recherches dans le dictionnaire :

footprint · pasion · Slang · TRIPS · cronos ·
1578 visiteurs en ligne

calculé en 0.375s

   Publicité 

Ecran ▼    Interface ▼    Favoris ▼   

 » 

Choisissez vos langues source et cible.

Résumé des résultats
 définitions   synonymes   locutions   réseau sémantique   exemple   Ebay   catalogue   traductions 
 

définitions

απόδοση (n.)

1.το κέρδος που αποδίδει κάτι

2.το να δίνεται σε κάποιον κάτι ως ανταμοιβή, ανταπόδοση από οικονομική υποχρέωση.

3.δείκτης ή λόγος αποδοτικότητας

4.η απόκτηση πράγματος που κάποτε το κατείχε κάποιος και κάποια στιγμή του είχε αφαιρεθεί

5.η ερμηνεία μουσικής σύνθεσης σκηνής ή ρόλου

6.το να αποδίδεις κάτι σε μία συγκεκριμένη αιτία ή πηγή

7.η μεταφορά του περιεχομένου ή της εικόνας από κάτι, ώστε να το αντιληφθούν και οι άλλοι

8.γραπτή μεταφορά σε άλλη γλώσσα ή γλωσσική μορφή, έχοντας το ίδιο νόημα με αυτό της αρχικής γλώσσας.

9.ο βαθμός παραγωγής (στην εργασία)

10.επιτυχής εκτέλεση πράξης

11.ποσότητα από ένα αγαθό

 

synonymes

 

locutions

 

dictionnaire analogique












Toutes les traductions de απόδοση

   Publicité ▼