Publicité ▲
|
Résumé des résultats
traductions
réseau sémantique
mots-croisés
exemple
Ebay
catalogue
|
αποδίδω, γράφω με κιμωλία, εικονίζω, ζωγραφίζω, ιχνογραφώ, σημειώνω, σημειώνω με κιμωλία, σκιτσάρω, σχεδιάζω
produire une image (fr)[Classe]
expliquer (fr)[Classe]
peindre, composer une peinture (art) (fr)[Classe]
arte — δημιούργημα; τέχνη; δεξιοτεχνία[ClasseHyper.]
(desenho)[Thème]
(descrição)[Thème]
drawing (en)[Domaine]
ArtWork (en)[Domaine]
art (en)[Domaine]
Making (en)[Domaine]
interpretar, representar — αναπαριστώ, απεικονίζω - γραφική ύλη - criação — δημιουργία - resultado — έκβαση, αποτέλεσμα, απόληξη, επακόλουθο, κατάληξη[Hyper.]
desenho — σχέδιο - drawing (en) - desenhista — σχεδιάστρια, σχεδιαστής - desenhar, esboçar — σκιτσάρω, σχεδιάζω - artista — καλλιτέχνης, καλλιτέχνης του θεάματος[Dérivé]
arte — δεξιοτεχνία, δημιούργημα, επιτηδειότητα, τέχνη - desenhar — ζωγραφίζω, ιχνογραφώ, σκιτσάρω, σχεδιάζω [Domaine]
αποδίδω, εικονίζω[Hyper.]
esboço, rascunho — πρόχειρο σχέδιο, σκίτσο, σχήμα - sketcher (en) - رّسّام (ar)[Dérivé]
arte — δεξιοτεχνία, δημιούργημα, επιτηδειότητα, τέχνη[Domaine]
desenhar
[Portugal]
dessiner (fr)[Classe]
établir une carte géographique (fr)[Classe]
(arquitecto), (arquitectura) — (αρχιτεκτονική)[termes liés]
desenhar (v.)
racine ILC (fr)[Domaine]
racine SUMO (fr)[Domaine]
publishing (en)[Domaine]
ContentDevelopment (en)[Domaine]
drawing (en)[Domaine]
Drawing (en)[Domaine]
Icon (en)[Domaine]
factotum (en)[Domaine]
OneDimensionalFigure (en)[Domaine]
superficialPart (en)[Domaine]
modificar — αλλάζω - cambiar — μεταβάλλω - απεικόνιση - desenho — σχεδιογραφία - desenho — σχέδιο - representação — έκφραση, αναπαράσταση, απεικόνιση - γραφική τέχνη - όργανο - limite, limites — όριο - δραστηριοποιούμαι - interpretar, representar — αναπαριστώ, απεικονίζω[Hyper.]
marquage (fr) - marker (en) - ένδειξη, σημάδι - mancha, marca — σημάδι - delinear — ρυτιδώνω, σημαδεύω με γραμμές - desenhar — ζωγραφίζω, ιχνογραφώ, σκιτσάρω, σχεδιάζω - pintar — απεικονίζω - retratar - délinéer, silhouetter, tracer (fr) - délimiter (fr) - αποδίδω, εικονίζω - decalcar — ζωγραφίζω με πατιτούρα, ξεπατηκώνω - drawing (en) - desenhista — σχεδιάστρια, σχεδιαστής[Dérivé]
etiquetar, pôr etiquetas — κολλώ ετικέτα σε, μαρκάρω, περνώ ετικέτα, σημαδεύω, σταμπάρω - arte — δεξιοτεχνία, δημιούργημα, επιτηδειότητα, τέχνη[Domaine]
drawing (en)[Domaine]
Drawing (en)[Domaine]
marcar — λεκιάζω, μαρκάρω, σημαδεύω, σημειώνω[Hyper.]
lineation (en) - representação — απεικόνιση, περιγραφή - tracing (en) - dessin au trait (fr) - desenho — σχέδιο - tracer (en) - decalque, sinal — ίχνος, πατιτούρα, σημάδι - linha - contorno — περίγραμμα[Dérivé]
σχεδιάζω - αποδίδω, εικονίζω[Domaine]
desenhar (v.)
drawing (en)[Domaine]
Drawing (en)[Domaine]
interpretar, representar — αναπαριστώ, απεικονίζω - γραφική ύλη - marcar — λεκιάζω, μαρκάρω, σημαδεύω, σημειώνω[Hyper.]
desenho — σχέδιο - drawing (en) - desenhista — σχεδιάστρια, σχεδιαστής - debitar por conta, desenhar, escrever com giz, marcar — γράφω με κιμωλία, σημειώνω, σημειώνω με κιμωλία - calcário, gredoso — που είναι σαν κιμωλία - lineation (en) - representação — απεικόνιση, περιγραφή - tracing (en) - dessin au trait (fr) - tracer (en) - decalque, sinal — ίχνος, πατιτούρα, σημάδι - linha - contorno — περίγραμμα[Dérivé]
arte — δεξιοτεχνία, δημιούργημα, επιτηδειότητα, τέχνη - desenhar — ζωγραφίζω, ιχνογραφώ, σκιτσάρω, σχεδιάζω - σχεδιάζω - αποδίδω, εικονίζω[Domaine]
αποδίδω, εικονίζω[Hyper.]
giz — κιμωλία, τεμπεσίρι[Dérivé]
desenhar — ζωγραφίζω, ιχνογραφώ, σκιτσάρω, σχεδιάζω [Domaine]
desenhar (v.)
jardiner (fr)[Classe]
jardinagem; jardinar; horticultura — κηπευτική; φυτοκομία; κηπουρική; γεωπονική[ClasseHyper.]
architecture (en)[Domaine]
Position (en)[Domaine]
agriculture (en)[Domaine]
Maintaining (en)[Domaine]
guardar — φροντίζω - arquitecto - administração, agricultura — αγροκαλλιέργεια, αγροτική οικονομία, γεωργία, διαχείριση - adornar, decorar, embelezado, enfeitar, ornamentar — διακοσμώ, καλλωπίζω, στολίζω[Hyper.]
de jardin, parc (fr) - jardim — κήπος, μπαξές, περβόλι, περιβόλι - garden (en) - sementeiro — εργάτης φυτωρίου - jardineiro — κηπουρός, περιβολάρης - desenhar — διαμορφώνω εξωτερικό χώρο - landscape (en) - paisagem — τοπίο - fazer jardinagem, jardinar — ασχολούμαι με την κηπουρική - horticultor — κηπολόγοσ, φυτοκόμοσ - hortícula — γεωπονικός, κηπουρικόσ - landscaping (en) - arquitecto paisagista — αρχιτέκτονας κήπου[Dérivé]
horticultura, jardinar — γεωπονική, κηπευτική, κηπουρική, φυτοκομία[Domaine]
fazer jardinagem, jardinar — ασχολούμαι με την κηπουρική[Hyper.]
arquitectura paisagista — αρχιτεκτονική κήπου, διαμόρφωση ή αρχιτεκτονική κήπων - arquitecto paisagista — αρχιτέκτονας κήπου[Dérivé]
horticultura, jardinar — γεωπονική, κηπευτική, κηπουρική, φυτοκομία - landscape (en)[Domaine]
desenhar (v.)
[Portugal]